ἄλιν

ἄλιν
Grammatical information: adj., adv.?
Meaning: · ἠλίθιον. μάταιον. κενόν. ἐλαφρόν H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Fur. 391 compares forms with δ-: δαλός = μωρός (Cyr.), also δαλής H., Cyr. acc. to Wendel and Latte; δαλίς codd.; cf. δαλεῖς = οἱ ἀμαθεῖς Sch. Theocr. 9, 33e. - S. ἀλίη.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αμούρ — Ποταμός (4.416 χλμ.) της ανατολικής Ασίας, με λεκάνη απορροής 1.855.000 τ. χλμ. (μαζί με τον ποταμό Κερουλέν που τον τροφοδοτεί στις πηγές του). Σχηματίζεται στα σύνορα μεταξύ βορειοανατολικής Κίνας και άπω ανατολικής Ρωσίας και προς την ανοδική… …   Dictionary of Greek

  • Σαντ, Ντονοτιόν Αλφόνς Φρανσουά μαρκήσιος του- — (Marquis de Sade). Γάλλος συγγραφέας (Παρίσι 1740 Σαραντόν 1814) από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, που κατά την παράδοση καταγόταν από τη Λάουρα του Πετράρχη. Το αθυρόστομο έργο του τον παρέσυρε σε σκάνδαλα, δίκες και μακρές φυλακίσεις και… …   Dictionary of Greek

  • Σιβηρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που πρωτοεπισημάνθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1926. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 15,9 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 12,9 από τον Ήλιο. II (Σιμπίρ ρωσικά). Περιοχή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.